
Πηγή φωτογραφίας: gettyimages
Υπάρχουν στιγμές που μένουν χαραγμένες για πάντα στη μνήμη. Για μένα –και πιστεύω για κάθε Έλληνα– η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, στις 13 Αυγούστου 2004, ήταν μια τέτοια στιγμή. Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ, η χώρα μας δεν ήταν απλώς οικοδέσποινα ενός παγκόσμιου αθλητικού γεγονότος· ήταν η καρδιά του κόσμου που χτυπούσε δυνατά, με ρυθμό ελληνικό.
Το Ολυμπιακό Στάδιο είχε μεταμορφωθεί σε έναν ζωντανό καμβά. Κάθε εικόνα, κάθε κίνηση, κάθε ήχος έμοιαζε να κουβαλάει την ψυχή της Ελλάδας. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, με την αξεπέραστη σκηνοθετική του ματιά, μας ταξίδεψε από τους μύθους και την αρχαιότητα, στις βυζαντινές εικόνες και μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, χωρίς ποτέ να χαθεί ο πυρήνας: η αίσθηση πως ό,τι βλέπαμε ανήκε σε εμάς, ήταν κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης.
Θυμάμαι το δέος μπροστά στον Κένταυρο που σχηματιζόταν στο νερό, τα αρχαία αγγεία που ζωντάνευαν και αφηγούνταν ιστορίες, τη μορφή της Αφροδίτης να αναδύεται αργά, λουσμένη στο φως. Δεν ήταν απλώς καλλιτεχνικά ευρήματα· ήταν σύμβολα που μιλούσαν απευθείας στην καρδιά μας. Ήταν η αφήγηση του ποιοι είμαστε – όχι μέσα από λόγια, αλλά μέσα από εικόνες που είχαν τη δύναμη να σε κάνουν να δακρύσεις.
Και ύστερα ήρθε η στιγμή της φλόγας. Ο Νίκος Κακλαμανάκης, σαν άλλος αγγελιοφόρος, όρθιος στο κέντρο του σταδίου, ανέβαζε το δάδα ψηλά και άναβε τον βωμό. Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα, ένιωθες πως η ιστορία έκλεινε έναν κύκλο: η Ελλάδα, που χάρισε στον κόσμο τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τους υποδεχόταν ξανά, με υπερηφάνεια και συγκίνηση.
Η παρέλαση των αθλητών, με την ελληνική αποστολή να μπαίνει τελευταία, μας θύμισε πως οι Αγώνες δεν είναι μόνο άμιλλα, αλλά και ενότητα. Η εικόνα των σημαιών από κάθε γωνιά του πλανήτη, να κυματίζουν κάτω από τον ίδιο ουρανό, είχε κάτι βαθιά συγκινητικό.
Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έδειξε μόνο την ιστορία της· έδειξε και την ψυχή της. Δεν ήταν απλώς η ωραιότερη τελετή έναρξης που έγινε ποτέ – ήταν μια γιορτή για όσα μας ενώνουν, για την ομορφιά και τη δύναμη που κρύβουμε μέσα μας. Ήταν η απόδειξη ότι, παρότι μικρή σε μέγεθος, η Ελλάδα μπορεί να είναι τεράστια σε πνεύμα και δημιουργία.
Και κάθε φορά που θυμάμαι εκείνη τη βραδιά, νιώθω την ίδια ανατριχίλα. Την υπερηφάνεια, τη συγκίνηση, το δέος. Την αίσθηση πως, έστω για λίγες ώρες, ολόκληρος ο κόσμος κοίταζε την Ελλάδα – και χαμογελούσε.