Το 1959 ο Μισέλ Μαρινί είναι δώδεκα ετών. Είναι η εποχή του ροκ-εν-ρολ και του Πολέμου της Αλγερίας. Ο ίδιος είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού «Balto», ενός μπιστρό στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Στην πίσω αίθουσα του μπιστρό θα γνωρίσει τον Ίγκορ, τον Λεονίντ, τον Σάσα, τον Ίμρε και την υπόλοιπη παρέα, πολιτικούς πρόσφυγες από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι άνθρωποι αυτοί εγκατέλειψαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις οικογένειές τους, πρόδωσαν τα ιδανικά και τα πιστεύω τους. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, στη Λέσχη σκακιστών που φιλοξενεί η πίσω αίθουσα του «Balto», όπου συχνάζουν επίσης ο Ζοσέφ Κεσέλ και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Επιπλέον, τους δένει ένα φοβερό μυστικό, που ο Μισέλ τελικά θα το ανακαλύψει. Η γνωριμία με τα μέλη της Λέσχης θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του αγοριού. Γιατί είναι όλοι τους αθεράπευτα αισιόδοξοι.
Πορτρέτο μιας γενιάς, λεπτομερής αναπαράσταση μιας εποχής, γλυκόπικρο χρονικό μιας εφηβείας: ο Jean-Michel Guenassia γράφει ένα μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει τόσο με την ευρύτητα του θέματος που πραγματεύεται όσο και με την αυθεντικότητα που αναδίδεται από τις σελίδες του.
«Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ που απονέμουν οι μαθητές λυκείου και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. [από το οπισθόφυλλο]

Υπάρχουν βιβλία που σε ταξιδεύουν, υπάρχουν βιβλία που σε συγκινούν, και υπάρχουν και εκείνα που σε αγκαλιάζουν σαν ζεστή κουβέρτα σε βροχερό απόγευμα. Το μυθιστόρημα του Jean-Michel Guenassia ανήκει σε αυτήν την τελευταία κατηγορία. Από την πρώτη σελίδα νιώθεις πως μπαίνεις σε έναν κόσμο γνώριμο και ταυτόχρονα μακρινό: το Παρίσι του τέλους της δεκαετίας του ’50, με τα γεμάτα καπνό καφέ, τις συζητήσεις περί πολιτικής και φιλοσοφίας, αλλά και με το αθώο βλέμμα ενός δωδεκάχρονου παιδιού που μεγαλώνει σε μια εποχή γεμάτη αντιθέσεις.
Ο ήρωας, ο Μισέλ, είναι ένας πιτσιρικάς με πάθος για το διάβασμα και τη φωτογραφία. Ζει με την οικογένειά του, παρακολουθεί τη διάλυση του γάμου των γονιών του και ταυτόχρονα κάνει τα πρώτα του βήματα στον κόσμο των ενηλίκων. Εκεί που παίζεται το πραγματικό παιχνίδι, όμως, είναι σε ένα μικρό καφενείο της γειτονιάς του, όπου συχνάζουν παράξενοι, συναρπαστικοί άνθρωποι – πρόσφυγες από την Ανατολική Ευρώπη, πολιτικοί εξόριστοι, άνθρωποι που κουβαλούν στις αποσκευές τους το βάρος της Ιστορίας. Αυτή είναι η «Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων», μια συντροφιά που θυμίζει περισσότερο καταφύγιο ψυχών παρά απλό στέκι.
Το βιβλίο έχει έναν τρόπο να σε κρατάει κοντά του χωρίς φανφάρες. Δεν υπάρχουν φτηνά τεχνάσματα, ούτε υπερβολική σασπένς. Ο Guenassia στήνει την πλοκή με υπομονή, σαν να στήνει καρέ-καρέ μια ταινία. Βλέπουμε τις μικρές χαρές της καθημερινότητας, την τρέλα του Μισέλ για το ποδοσφαιράκι, τους καβγάδες στο σπίτι, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα. Παράλληλα όμως, στο βάθος, κυλάει η Ιστορία: ο πόλεμος της Αλγερίας, τα τραύματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η σκιά του Σοβιετικού καθεστώτος.
Αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό είναι ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα του βιβλίου. Ο αναγνώστης μαθαίνει για τις ιδεολογικές διαμάχες, για τις πληγές των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν, αλλά μέσα από έναν τόνο ανθρώπινο, ποτέ διδακτικό. Οι χαρακτήρες της λέσχης δεν είναι ήρωες από χαρτί – είναι άνθρωποι κουρασμένοι, προδομένοι, αλλά και ζωντανοί. Και ακριβώς αυτή η αντίφαση είναι που τους κάνει «αθεράπευτα αισιόδοξους»: ενώ η ζωή τούς τσάκισε, εκείνοι εξακολουθούν να μαζεύονται, να παίζουν σκάκι, να πίνουν τον καφέ τους και να μοιράζονται ιστορίες.
Ως αναγνώστης, δεν μπορείς να μη δεθείς μαζί τους. Νιώθεις ότι κάθε φορά που ανοίγεις το βιβλίο, μπαίνεις ξανά στο καφενείο, κάθεσαι σε μια γωνιά και τους παρακολουθείς σιωπηλά. Άλλες φορές γελάς με τα πειράγματά τους, άλλες φορές βαραίνεις με τις εξομολογήσεις τους. Και κάπου εκεί, συνειδητοποιείς ότι αυτή η «λέσχη» δεν είναι μόνο οι χαρακτήρες του Guenassia· είναι κάθε μικρή συντροφιά που έχει βρει τρόπο να παλεύει απέναντι στη δυσκολία με λίγη ελπίδα και πολύ κουράγιο.
Παρότι ο όγκος του βιβλίου είναι μεγάλος – κοντά στις 700 σελίδες – ποτέ δεν κουράζει. Η γραφή ρέει, είναι απλή, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια που θα μπορούσαν να απομακρύνουν τον αναγνώστη. Είναι μια αφήγηση που θυμίζει φιλική κουβέντα: άμεση, ζεστή, οικεία. Και το καλύτερο είναι ότι, μόλις το τελειώσεις, έχεις την αίσθηση ότι μεγάλωσες κι εσύ μαζί με τον Μισέλ.
Στο τέλος, μένεις με μια γλυκιά μελαγχολία. Γιατί, ναι, υπάρχουν απώλειες, απογοητεύσεις, σιωπές που πονούν. Αλλά υπάρχει και η βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι, όσο κι αν πληγωθούν, βρίσκουν πάντα τρόπους να κρατηθούν από μικρές χαρές και να συνεχίσουν. Αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο δυνατό και τόσο τρυφερό ταυτόχρονα: η πίστη του στον άνθρωπο.
Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, Jean-Michel Guenassia, μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου, εκδόσεις Πόλις